Τσαγκάρης

Παλιότερα ο τσαγκάρης εκτός από την ιδιότητα του να επιδιορθώνει τα χαλασμένα παπούτσια, τα έφτιαχνε ο ίδιος από την αρχή. Το τσαγκαράδικο, ο χώρος όπου ήταν στημένος ο πάγκος του με όλα τα σύνεργα, ήταν ανοιχτό απ’ το πρωί μέχρι αργά το βράδυ. Εκεί, σκυμμένος πάνω από τον πάγκο του, δούλευε ατέλειωτες  ώρες φορώντας πάντα τη χαρακτηριστική δερμάτινη ποδιά του. Εκεί δεχόταν και τις παραγγελίες των πελατών του. Τα χρόνια εκείνα οι άνθρωποι δεν είχαν τη πολυτέλεια να αγοράζουν παπούτσια κάθε φορά που χαλούσαν τα παλιά του. Έτσι λοιπόν τα πήγαιναν στον τσαγκάρη και τα διόρθωνε. Τα μπάλωνε αν κάπου είχαν σχιστεί, τα κολλούσε αν είχαν τρυπήσει, και έβαζε καινούργιες σόλες όταν είχαν φθαρεί οι παλιές. Σήμερα βέβαια αυτό το επάγγελμα πάει να χαθεί.